της Ελένης Λαδιά
Μετά την βροχή ο Κεραμεικός έχει ένα διάφανο, κάπως κεραμιδένιο χρώμα. Ίσως αυτός ο χρωματισμός να οφείλεται στις εγκαταστάσεις των αρχαίων κεραμέων στις όχθες του ποταμού Ηριδανού. Ο ποιητής προχωρεί με την θαυμάσια φωτογραφική του μηχανή στον ώμο, (αγαπούσε την τεχνολογία κι έλεγε πως είναι η σύγχρονη ποίηση), διαβαίνει την οδό των Τάφων, στέκεται για λίγο μπροστά στην στήλη της Ηγησούς κι αμέσως μετά κατευθύνεται προς την αγαπημένη του μεριά: κάθεται απέναντι από τον Ηριδανό και παρατηρεί τα βατράχια που χοροπηδούν και τον ξετρελαίνουν.
Φωτογραφίζει τον ποταμό με το λιγοστό νερό και τα αγριόχορτα στις όχθες.
«ω πως είχα περισυλλέξει ό,τι οι Μυκήνες μας προσφέρουν/ ό,τι ο Κεραμεικός και οι μύκητες του ποταμού του και οι/ εκτινάξεις των ακρίδων του/ και τ' ανάγλυφα μέλη και τ' αγέλαστα όμματα θνητών/ και αθανάτων/ καθώς υπενθυμίζουν ότι/ οι λέξεις όχι μόνον είναι ανεπαρκείς και λάμποντα υβρίδια/ αλλά ανύπαρκτες κι αποτεφρώσεις νεκρών/ (κι ας φαίνονται αστερόεσσες και